βδελυρός

βδελῠρ-ός, ά, όν,
A disgusting, loathsome, blackguardly, Ar.Ra.465, Pl.R.338d, Thphr. Char.11;

θεοῖς ἐχθρὸς καὶ β. D.21.197

;

θρασὺς καὶ β. Plu.2.10c

: [comp] Comp.

-ωτέρα, πολιτεία Jul. Or. 7.210c

: [comp] Sup.

-ώτατος D.19.206

,208. Adv.

ρῶς Ph.1.209

.
II of things, disgusting, Gal.12.291;

τὸ β. Alex.

Trall.4.1.
III βδελυρά, = χαμελαία, Ps.-Dsc.4.171.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βδελυρός — disgusting masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρός — ή, ό (AM βδελυρός, ά, όν) αυτός που προκαλεί βδελυγμία, σιχαμένος, αηδιαστικός μσν. το αρσ. ως ουσ. ο βδελυρός ο διάβολος. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα βδελυρός (πιθ. αντί *βδελυλός) και βδελύσσομαι σχηματίστηκαν από θ. βδελυ που προήλθε πιθ. από το βδέω μέσω… …   Dictionary of Greek

  • βδελυρά — βδελυρός disgusting neut nom/voc/acc pl βδελυρά̱ , βδελυρός disgusting fem nom/voc/acc dual βδελυρά̱ , βδελυρός disgusting fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρώτερον — βδελυρός disgusting adverbial comp βδελυρός disgusting masc acc comp sg βδελυρός disgusting neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρωτάτων — βδελυρός disgusting fem gen superl pl βδελυρός disgusting masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρῶν — βδελυρός disgusting fem gen pl βδελυρός disgusting masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρόν — βδελυρός disgusting masc acc sg βδελυρός disgusting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρώτατα — βδελυρός disgusting adverbial superl βδελυρός disgusting neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρώτατον — βδελυρός disgusting masc acc superl sg βδελυρός disgusting neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυραῖς — βδελυρός disgusting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυραί — βδελυρός disgusting fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.